el-GRen-US
Language
Παρασκευή, 4 Απριλίου 2025

Το άγαλμα του Γ.Ανεμογιάννη

image

Άγαλμα Γ.Ανεμογιάννη (1798-1821)

Τα ιστορικά γεγονότα: Στις 24 Μαΐου 1821 ξεκίνησε η πολιορκία της Ναυπάκτου με τους Τούρκους περιορισμένους στην καλά οχυρωμένη ακρόπολη. Μετά από αποτυχημένη έφοδο από την ξηρά (10 Ιουνίου 1821) ο Γεώργιος Μιριαλής, ο Σπετσιώτης υποπλοίαρχος της ναβέτας του Μπόταση, μετασχημάτισε σε πυρπολικό ένα από τα μικρά πλοία, χωρίς όμως τις γνώσεις του Καλαφάτη και του Πατατούκου, απλώς τοποθέτησε στο πλοίο καυστικές ύλες.

Αναζητήθηκε πηδαλιούχος για το πυρπολικό· από τους 800 ναύτες που υπηρετούσαν στην ελληνική μοίρα, προσφέρθηκε μόνο ένας 25χρονος νέος, γνωστός ως Γεώργιος Παξινός, ο οποίος υπηρετούσε στο πλοίο «Σύμμαχοι» της Λασκαρίνης Πούπλη (Μπουμπουλίνας) με πλοίαρχο τον Νικόλαο Ορλώφ.

Όταν ρωτήθηκε για την αμοιβή που επιθυμούσε να λάβει, κατά τη μαρτυρία του Μπόταση «[...] μειδιών δε και φαιδρώ τω προσώπω απεκρίθη ούτος: Δε θέλω τώρα τίποτε· εάν δε δώση ο Θεός κ’ επιτύχω, τότε θα σας πάρω δέκα τάλλαρα, για να κάμω έν χάρισμα της αραβωνιαστικής μου»


Ο Ανεμογιάννης επιβιβάστηκε στο πυρπολικό ως πηδαλιούχος,  

συνοδευόμενος από τον Μιριαλή, μαζί με κωπηλάτες στη συρόμενη λέμβο που μετέφερε το πυρ. Ο ούριος άνεμος βοήθησε το πυρπολικό, που πλησίασε τον οθωμανικό στόλο που προστατευόταν στη Ναύπακτο. Έγιναν όμως αντιληπτοί από τους Τούρκους και άρχισαν πυροβολισμοί από το φρούριο και από τα τουρκικά πλοία. Ο Μιριαλής βιάστηκε να βάλει φωτιά, έκοψε το σχοινί και κάλεσε τον Ανεμογιάννη να πέσει στη θάλασσα, για να σώσει τον εαυτό του· σε αυτή την περίπτωση το σκάφος θα καιγόταν χωρίς αποτέλεσμα.

Ο Ανεμογιάννης προσπαθούσε να το προσκολλήσει στα τουρκικά πλοία και όταν οι φλόγες έκαψαν τα ιστία, αυτός συνέχισε την προσπάθεια με το πηδάλιο και όταν οι φλόγες τύλιξαν το κατάστρωμα. καθοδηγούσε το πηδάλιο από τα παραξάρτια με το παλάγκο, μέχρι που αναγκάστηκε να πέσει στη θάλασσα και από εκεί κρατώντας το παλάγκο δεν σταμάτησε να παλεύει έχοντας μόνο το κεφάλι του έξω από το νερό.

Τα τελευταία λόγια του πυρπολητή από γραπτή μαρτυρία του Ιωάννη Αθανασόπουλου, συμπολεμιστή του Παξινού, «[...] Ελευθερία ζητάτε μωρ’ αδέλφια, κι εγώ διά την πίστιν μας θέλ’ αποθάνω πρώτος, μα την χρυσή πατρίδα μας, αν δεν μας καή ο φλόκος». Οι Τούρκοι πλησίασαν, απώθησαν το πυρπολικό και συνέλαβαν τον Ανεμογιάννη.

Οι Έλληνες πλοίαρχοι προσπάθησαν να τον σώσουν με χρηματικά ανταλλάγματα ή με ανταλλαγή αιχμαλώτων, αλλά οι Τούρκοι τον ανασκολόπισαν, τον σούβλισαν ζωντανό και κρέμασαν το κορμί του για μέρες στο φρούριο σαν «φλάμπουρο της βαρβαρότητάς τους».

Ακολούθησε ένας έρανος στα ελληνικά πληρώματα, για να δοθεί  αποζημίωση στην αρραβωνιαστικιά του, η οποία όμως ουδέποτε έλαβε αυτά τα χρήματα, καθώς οι περιπέτειες στις οποίες είχε εισέλθει το έθνος, δεν έδωσαν την ευκαιρία της εκπλήρωσης αυτού του καθήκοντος. Ο Φιλήμων παρομοιάζει τον Ανεμογιάννη με τον Κυνέγειρο, ενώ ο Φωτιάδης τον συγκρίνει με τον Αθανάσιο Διάκο. 



Αναγνώριση και προβολή

Αξιοσημείωτη υπήρξε η προσπάθεια των συμπατριωτών του γενναίου πυρπολητή, πολλά χρόνια αργότερα, να αποτίσουν φόρο τιμής στον συντοπίτη ήρωά τους με

α) την προσθήκη του ονόματός του στη «στήλη πεσόντων εις τους εθνικούς αγώνας», τα αποκαλυπτήρια της οποίας, στην κεντρική πλατεία του Γαΐου, έγιναν τον Οκτώβριο του 1931


β) ονοματοδοσία του δρόμου της προκυμαίας στον Γάιο, ως τον Γιαννά, σε «οδό Πυρπολητή Ανεμογιάννη». 


γ) την τοποθέτηση στην είσοδο του λιμανιού του Γαΐου Παξών του ορειχάλκινου ανδριάντα του (ύψους 2,5μ.) σε ειδικό βάθρο πάνω στο οποίο τοποθετήθηκε και μια χάλκινη επιγραφή με τα τελευταία λόγια του ήρωα (4 Σεπτεμβρίου 1966), που στοίχισε 100.000δρχ. και τη συγκέντρωση των οποίων ανέλαβε ειδική επιτροπή. Η φιλοτέχνηση του ανδριάντα ανατέθηκε στον γνωστό γλύπτη Νικόλα (Νικόλαος Παυλόπουλος) και η χύτευσή του έγινε στο 301 Στρατιωτικό Εργοστάσιο Βάσεως.



Έγιναν επανειλημμένες προτάσεις 

- χωρίς ποτέ, ωστόσο, να βρουν ανταπόκριση - να δοθεί το όνομά του σε ένα από τα υποβρύχια της χώρας μας και να χρησιμοποιηθεί από το Ταχυδρομικό Γραφείο Παξών ειδική αναμνηστική φιλοτελική σφραγίδα.

Οι κάτοικοι της Ναυπάκτου τοποθέτησαν μαρμάρινη πλάκα στο φρούριο της Ναυπάκτου (1930), στην οποία αναγράφεται: «ΕΙΣ ΑΙΩΝΙΑΝ ΜΝΗΜΗΝ ΤΟΥ ΗΡΩΙΚΟΥ ΠΥΡΠΟΛΗΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΞΙΝΟΥ ΑΝΕΜΟΓΙΑΝΝΗ. Αγωνισθείς να κάψη τον Τουρκικόν στόλον προ της Ναυπάκτου συνελήφθη και εψήθη ζων επί του Φρουρίου την 10ην Ιουνίου 1821».

Και στις 9 Ιουλίου 1972, έγιναν τα αποκαλυπτήρια ανδριάντα ορειχάλκινου, όμοιου με εκείνου των Παξών του γλύπτη Νικόλα, στην έπαλξη του κάστρου της Ναυπάκτου (πήρε την ονομασία: Τάπια του Ανεμογιάννη) κι έδωσαν στον πεζόδρομο στην παραλιακή οδό, που βρίσκεται στον δυτικό βραχίονα του λιμανιού, την ονομασία «οδός Γεωργίου Παξινού Ανεμογιάννη». 





Terms Of UsePrivacy StatementCopyright 2025 by Δήμος Παξών
Back To Top